Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα

Μια αχανής Αυτοκρατορία

Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κάλυπτε μια αχανή έκταση τριών εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων από τον Δούναβη και τις ακτές της Αφρικής, μέχρι την Αραβική χερσόνησο και το σημερινό Ιράκ. Παρά τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις, ο πληθυσμός της, ο οποίος κυμαινόταν στα 25 με 30 εκατομμύρια, υπήρξε αναλογικά περιορισμένος σε σχέση με άλλα, μικρότερα σε έκταση ευρωπαϊκά κράτη. Διαχρονικά προβλήματα, όπως οι πόλεμοι, οι σιτοδείες και οι επιδημίες, δεν της επέτρεψαν ν’ ακολουθήσει την αυξητική τάση που καταγράφεται την ίδια περίοδο στον υπόλοιπο Ευρωπαϊκό χώρο. Σχεδόν το 85% του πληθυσμού κατοικούσε στην ύπαιθρο και περιελάμβανε ένα πλήθος από διαφορετικές πολιτισμικές και θρησκευτικές ομάδες. Ενδεικτική είναι η κατανομή του πληθυσμού της πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης: από τους 600.000 κατοίκους, μόνο οι μισοί ήταν μουσουλμάνοι. Από τους υπολοίπους, 200.000 χαρακτηρίζονταν ως Έλληνες, 80.000 Αρμένιοι, ενώ 3.000 προέρχονταν από δυτικές χώρες.

Οικονομία και Διοίκηση

Οικονομία και Διοίκηση

Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βασιζόταν στην αγροτική και δευτερευόντως στη βιοτεχνική ή άλλης μορφής παραγωγή. Λόγω της αχανούς έκτασής της, είναι δύσκολο να οριστεί συνολικά και με σαφήνεια ο βαθμός ανάπτυξης του εμπορίου. Μεγάλο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας αφορούσε τις ανταλλαγές εντός της αυτοκρατορίας, εξίσου όμως σημαντικό ήταν και το εξωτερικό εμπόριο. Κύρια πηγή των φορολογικών εσόδων αποτελούσαν οι φόροι επί της αγροτικής παραγωγής, που τον 18ο αιώνα συλλέγονταν μέσω της ισόβιας εκμίσθωσης σε ιδιώτες (μαλικιανέ). Στο πλαίσιο των ευρύτερων αλλαγών, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα αυτού, κάνει την εμφάνισή του ένα νέο στρώμα αξιωματούχων, οι Αγιάν ή Αγιάνιδες (πρόκριτοι), οι οποίοι ανέλαβαν τη διοίκηση πολλών επαρχιών, εξυπηρετώντας την κρίσιμη παράμετρο της συλλογής των φόρων και της συγκέντρωσης στρατού. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς, όπως ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, απέκτησαν προοδευτικά αρκετό πλούτο και ισχύ, ώστε να στραφούν ενάντια στην κεντρική εξουσία, φτάνοντας ακόμα και στην πολεμική σύγκρουση με αυτή.

Μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και εσωτερικές συγκρούσεις

Μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και εσωτερικές συγκρούσεις

Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση ν’ ακολουθήσει τις ευρύτερες μεταβολές που πραγματοποιούνταν την ίδια περίοδο στον Ευρωπαϊκό χώρο, σε σχέση με τη διοίκηση, την οικονομία και την οργάνωση του στρατού. Οι διαδοχικές ήττες κατά τον έκτο (1768-1774) και έβδομο (1787-1792) Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο, ανέδειξαν την αδυναμία αυτή, υποδεικνύοντας την ανάγκη για άμεσες μεταρρυθμίσεις. Αρχικά, ο Σουλτάνος Σελίμ ο Γ΄ (1789-1807) επιχείρησε να προχωρήσει στην αναδιάταξη της διοίκησης και τη δημιουργία νέου στρατού, προκαλώντας την αντίδραση επιμέρους ομάδων, οι οποίες, με προεξάρχοντες τους Γενίτσαρους, τον εκθρόνισαν το 1807. Η υπογραφή του Συμφώνου Συμμαχίας (σενέντ-ιιττιφάκ) τον επόμενο χρόνο προσέφερε την υπό όρους υποστήριξη των Αγιάν στον νέο Σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄, ο οποίος όμως αναγκάστηκε και αυτός ν’ αναιρέσει τις πρώτες του μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Κατάφερε, ωστόσο, προοδευτικά να επιβληθεί, ερχόμενος σε σύγκρουση με τους Αγιάν και καταργώντας το 1826, το σώμα των Γενιτσάρων.

Υπό την επίδραση των Ευρωπαϊκών εξελίξεων

Υπό την επίδραση των Ευρωπαϊκών εξελίξεων

Στο πλαίσιο της πολιτικής του, ο Σελίμ ο Γ΄ ενίσχυσε τις σχέσεις του με τα Ευρωπαϊκά Βασίλεια, προσλαμβάνοντας Γάλλους αξιωματικούς και εγκαθιστώντας πρεσβείες σε διάφορες πρωτεύουσες. Η Γαλλική Επανάσταση, αρχικά αντιμετωπίστηκε θετικά, επειδή οι μέχρι τότε παραδοσιακοί αντίπαλοι τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επικεντρώθηκαν στον πόλεμο ενάντια στη Γαλλική Δημοκρατία. Η στάση αυτή, μεταβλήθηκε μετά από την παραχώρηση στη Γαλλία, το 1797, των Επτανήσων και κυρίως την κατάληψη της Αιγύπτου το 1798. Ωστόσο, σταδιακά, ακόμα και τα ανώτερα στρώματα αποδέχθηκαν ορισμένες από τις νέες ιδέες και προσεγγίσεις. Αντιλήψεις όπως ο φιλελευθερισμός, ο κοινοβουλευτισμός ή ο πατριωτισμός, όμως, δεν θα αποκτήσουν ιδιαίτερη διάδοση, παρά μόνο στα μέσα του 19ου αιώνα. Αντίθετα, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έδειξαν επιμέρους ομάδες της Αυτοκρατορίας και κυρίως των χριστιανών ορθοδόξων εμπόρων της Βαλκανικής. Η επαφή τους με τα νεωτερικά δίκτυα τη Ευρώπης άνοιξε το δρόμο τόσο για τις Σερβικές εξεγέρσεις του 1804 και 1813, όσο και για την Ελληνική Επανάσταση του 1821.