Η τρίτη περίοδος (1827-1830)

Οι Καλησπέριδες

Μετά την κατάληψη της Γραμβούσας (1825), οι επαναστάτες επιχείρησαν με μια σύντομη εκστρατεία στη δυτική Κρήτη να κινητοποιήσουν εκ νέου τον χριστιανικό πληθυσμό. Όμως, η ανάμνηση της πρόσφατης ήττας είχε κάνει διστακτικούς τόσο τους Ριζίτες (τους κατοίκους των παρυφών των Λευκών Ορέων) όσο και τους Σφακιανούς. Οι φόβοι τους επαληθεύτηκαν όταν οι διαδοχικές ήττες οδήγησαν στη διάλυση της μικρής δύναμης που είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή της Κυδωνίας.

Στα επόμενα χρόνια, διάφορες μικρές ομάδες ανέπτυξαν δράση σε όλη την Κρήτη. Με καταφύγιο άλλοτε τη Γραμβούσα και άλλοτε τους μεγάλους ορεινούς όγκους, διενεργούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις, καθιστώντας επικίνδυνη την ύπαιθρο για τους μουσουλμάνους. Επειδή παρίσταναν συχνά τους μουσουλμάνους και δρούσαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, τους δόθηκαν τα προσωνύμια Καλησπέριδες ή Παταξίες ενώ συνολικά τους αποκαλούσαν Γραμβουσιανούς. Στρατιωτικές φρουρές εγκαταστάθηκαν σε διάφορα χωριά για την αντιμετώπισή τους και παράλληλα οι μουσουλμάνοι δημιούργησαν αντίστοιχες ομάδες, τις Ζουρίδες, που, ακολουθώντας παρόμοιες τακτικές, επέφεραν σημαντικά πλήγματα στους Καλησπέριδες.

Η Εκστρατεία του Μεραμβέλλου

Θεωρώντας ότι, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό του Ελληνικού Κράτους, η Κρήτη θα έπρεπε ν’ αποτελεί μια επαναστατημένη περιοχή, το φθινόπωρο του 1827 οργανώθηκε μια νέα εκστρατεία, με στόχο την περιοχή του Μεραμβέλλου στην ανατολική Κρήτη. Υπό την ηγεσία του Ιωάννη Χάλη η περιοχή τέθηκε σύντομα υπό τον έλεγχο των επαναστατών, όμως η άφιξη διαφόρων νέων αρχηγών με τις δυνάμεις τους, προκάλεσε σημαντικές αντιπαραθέσεις ως προς το ζήτημα της αρχηγίας και κυρίως της διαχείρισης των πλούσιων λαφύρων. Έχοντας χάσει τη συνοχή τους, οι επαναστάτες υπέστησαν συντριπτική ήττα στη μάχη του Μοχού τον Δεκέμβριο του 1827. Τις επόμενες ημέρες αποχώρησαν με κάθε μέσο, επιτρέποντας την εισβολή των μουσουλμάνων στο Μεραμβέλλο και την ευρύτερη περιοχή.

Το Φραγκοκάστελλο

Το Φραγκοκάστελλο

Για την εκστρατεία στο Μεραμβέλλο είχε στρατολογηθεί από τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο ένα σώμα ιππικού υπό την ηγεσία του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνη ή Νταλιάνη. Η μικρή αυτή δύναμη έφτασε στη Γραμβούσα στις αρχές του 1828, όταν πλέον η όλη επιχείρηση είχε αποτύχει.

Στις αρχές Φεβρουαρίου το σώμα μεταφέρθηκε στα Σφακιά, όπου προτάθηκε η τοποθέτησή του στη μικρή πεδιάδα του Φραγκοκάστελλου. Στην περιοχή αυτή, ο μουσουλμανικός στρατός, αποκομμένος από τα κέντρα ανεφοδιασμού του, μακριά από τη θάλασσα και εγκλωβισμένος ανάμεσα σε στενά περάσματα, θα μπορούσε να περικυκλωθεί και να υποστεί μια συντριπτική ήττα. Ωστόσο, ο Ταλιάνης αρνήθηκε ν’ ακολουθήσει το σχέδιο, προκαλώντας την αντίδραση των υπολοίπων επαναστατών, που αρνήθηκαν να μετέχουν.

Όπως πολλοί ντόπιοι οπλαρχηγοί είχαν προβλέψει, στη μάχη που ακολούθησε οι μουσουλμάνοι κατάφεραν γρήγορα να διαλύσουν κάθε άμυνα, σκοτώνοντας τον ίδιο τον Ταλιάνη και αποκλείοντας τους επαναστάτες στο παλιό βενετικό οχυρό. Ο φόβος των μουσουλμάνων απέναντι στο ενδεχόμενο να παγιδευτούν στην περιοχή, οδήγησε σύντομα σε συμφωνία και στην αποχώρηση των εγκλωβισμένων επαναστατών. Στη συνέχεια όμως, οι Σφακιανοί και άλλες ομάδες ενόπλων κατεδίωξαν τον μουσουλμανικό στρατό κατά την αποχώρησή του, προκαλώντας του σημαντικές απώλειες.

Οι τελευταίες συγκρούσεις

Η μάχη στο Φραγκοκάστελλο αποτέλεσε την αφετηρία για την αναβίωση της επανάστασης στο μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης. Σε αντίθεση όμως με τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε ιδιαίτερη πρόνοια για τη σύσταση πολιτικών και στρατιωτικών οργάνων.

Αναζητώντας νέο πεδίο δράσης, οι επαναστάτες εισέβαλαν στα τέλη του 1828 στη Σητεία, εξασφαλίζοντας ορισμένες πρόσκαιρες επιτυχίες ενώ λίγους μήνες αργότερα υπό την ηγεσία του αντιπρόσωπου του Καποδίστρια John (Johann) Hane, μαζικές επιθέσεις έγιναν στις πόλεις-φρούρια τόσο των Χανίων όσο και του Ρεθύμνου, χωρίς όμως κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Εξαντλημένες από τον μακροχρόνιο πόλεμο και οι δύο πλευρές επιδίδονταν πλέον σε αψιμαχίες, αναμένοντας την κατάληξη των διπλωματικών διαδικασιών. Η οριστική απόφαση για την εξαίρεση της Κρήτης από το νέο ελληνικό κράτος τον Φεβρουάριο του 1830, οδήγησε σε ορισμένες τελευταίες προσπάθειες για τη διατήρηση της επανάστασης, παράλληλα με διαδοχικά διαβήματα προς τις ευρωπαϊκές αυλές.

Στα τέλη του 1830 ο μουσουλμανικός στρατός άρχισε σταδιακά ν’ ανακαταλαμβάνει την κρητική ενδοχώρα, δίνοντας οριστικά τέλος στην επανάσταση που είχε ξεκινήσει πριν από δέκα σχεδόν χρόνια.